Σε αυτές τις σελίδες θα προσπαθήσω να σου δώσω, με τον καλύτερο τρόπο που μπορώ, μια εικόνα για τον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Αυτόν που εγώ ονομάζω απλά και με μεγάλη αγάπη…Το χωριό μου.
Μέσα από αναμνήσεις, εικόνες, ιστορίες, φωτογραφίες, ελπίζω να καταφέρω να σου δημιουργήσω ή να αναζωπυρώσω εκείνη τη σπίθα της νοσταλγίας που κουβαλάμε όλοι όσοι ζούμε για χρόνια μακριά από τους γονείς, τους φίλους, τους συγγενείς μας, αλλά και μακριά από τις ρίζες μας, την πατρίδα μας το χωριό μας. Η πλατείες ήταν η καρδιά του χωριού. Εκεί συναντιόμασταν όλες τις εποχές του χρόνου.
Το πλατάνι στη μέση, παλιό όσο και οι ιστορίες των ανθρώπων, που σκίαζε τα παιχνίδια μας και άκουγε τα μυστικά των μεγάλων. Τα καφενεία με τις καρέκλες απλωμένες πρόχειρα, οι συζητήσεις, τα πειράγματα, οι φωνές και τα γέλια δημιουργούσαν έναν χώρο όπου κάθε στιγμή έμοιαζε να διαρκεί αιώνια.
Οι μυρωδιές ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Ψωμί που μόλις βγήκε από τον φούρνο, καφές που έβραζε αργά, χορτάρι κομμένο το πρωί, ξύλα που έκαιγαν στις σόμπες τα απογεύματα. Και το καλοκαίρι… ζέστη και σκόνη στους δρόμους, ώριμα σύκα στα δέντρα, τα ζεφύργια στα δάχτυλα από τα καπνά, και όλα αυτά χαραγμένα στον νού και στην καρδιά.
Κάθε σπίτι, κάθε αυλή, κάθε δρόμος έχει τη δική του ιστορία. Μικρές και μεγάλες στιγμές που έζησαν και διηγούνται οι παλαιοί για να μαθαίνουν οι νεότεροι.
Όλα όσα ακολουθούν είναι καρπός μιας πολύχρονης ιστορικής και λαογραφικής αναζήτησης.
Καταγραφές που
πραγματοποιήθηκαν μέσα από ταξίδια, προσωπικές αφηγήσεις ανθρώπων του τόπου
μας, μνήμες που διασώθηκαν προφορικά, αλλά και ιστορικά στοιχεία
αντλημένα από τη σχετική βιβλιογραφία.
Κάθε
λέξη, κάθε ιστορία, κάθε εικόνα προσεγγίζεται με σεβασμό στην παράδοση, ώστε να
αναδειχθεί η ζωή των ανθρώπων που έζησαν και ζουν σ’ αυτόν τον τόπο.
Η Ιστοσελίδα αυτή είναι αφιερωμένη με πολύ θυμό στον «Ελληναρά» της κάτω συνοικίας της Μικρόπολης, γόνο προσφυγικής οικογένειας, που πριν από χρόνια επέλεξε να με χαρακτηρίσει να με αποκαλέση σε δημόσιο χώρο «Βουλγαρόσπορο» και «Τουρκόσπορο».
Και με βαθύ σεβασμό αφιερώνεται στη μνήμη των
προγόνων μου, καθώς και όλων των γνωστών και αγνώστων
Μικροπολιτών, που αγωνίστηκαν για την Ελευθερία,
την Ορθοδοξία και
τη διατήρηση της Ελληνικής ταυτότητας στη Μικρόπολη.
Για
τη συμβολή τους στον Μακεδονικό Αγώνα.
Για τον Ηρωισμό τους κατά τη Γερμανική εισβολή.
Και
αργότερα για τη συμμετοχή τους στην αντίσταση κατά του Βούλγαρου κατακτητή.
1) Στον αδελφό του προπάππου μου, Μπάνιο Ιωάννη του Στεφάνου (Βάντσιο), ο οποίος ήταν ψάλτης στην τότε Πατριαρχική Εκκλησία. Αρνούμενος να ψάλει τη λειτουργία στη βουλγαρική γλώσσα, σφαγιάστηκε το 1906 από τους κομιτατζήδες του Εξαρχικού αρχικομιτατζή Πανίτσα, από το Σκρίτζοβο, στο βουνό κοντά στη λίμνη Καμπέρα. Η θυσία του αποτελεί για μένα μαρτυρία πίστης και εθνικής συνείδησης.
2) Στον προπάππο μου, Κώττα Δημήτριο του Ηλία, αργότερα Ηλιάδη Δημήτριο. Έδρασε δίπλα στον κουνιάδο του, οπλαρχηγό Ιωάννη Μάρτζιο, καθώς η προγιαγιά μου ήταν αδελφή του Μάρτζιου. Διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος της Μικρόπολης και ήταν επικηρυγμένος από τους Βούλγαρους για την ένοπλη δράση του κατά του Βουλγαρικού Κομιτάτου. Διετέλεσε επίσης αντιπρόεδρος της Φιλοπτώχου αδελφότητος. Το 1909 σκότωσε, σε γλέντι στην Άνω Πλατεία, τρεις Βούλγαρους κατοίκους της Μικρόπολης, διότι πίεζαν, με την απειλή όπλων, ελληνόφωνους κατοίκους να πάρουν μέρος στο αντάρτικο τραγούδι που τραγουδούσαν στα βουλγαρικά, με τίτλο «Имала майка едно ми чедо». Μετά την απελευθέρωση , προς τιμήν του, ο δρόμος από την πλατεία προς τα Πλατάνια ονομάστηκε Οδός Δημητρίου Ηλιάδη ως ένδειξη τιμής στη δράση του.
3) Στον παππού μου,
Ιωάννη Μπάνιο του Γεωργίου (Λεσπέρη), για τη συμμετοχή του στον
πόλεμο του 1941, κατά τη γερμανική εισβολή, όπου πολέμησε ως
έφεδρος στο Οχυρό Παρταλούσκα της
Γραμμή Μεταξά.
Αργότερα, μετά τη βίαιη καταστολή της εξέγερσης κατά των δυνάμεων του Άξονα
στην περιοχή της Δράμας, έδρασε ως σύνδεσμος, παρέχοντας
πολύτιμες πληροφορίες στον
ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ
σχετικά με τις κινήσεις των Βούλγαρων κατακτητών.
Ως κάλυψη χρησιμοποιούσε το καφενείο που διατηρούσε για τον
λόγο αυτόν στην πλατεία της Κάτω Συνοικίας ακριβώς δίπλα στον σημερινό φούρνο
του Δ. Νίκογλου.
Ο Ιωάννη Μπάνιος στην συνέχεια φυλακίστηκε επί δύο έτη, μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο Μπάνιο επειδή παρείχε καταφύγιο στο σπίτι του στον τότε πρόεδρο της κοινότητας, Βαγγέλη Πατσίδη, ο οποίος αργότερα το 1944 εκτελέστηκε διά τυφεκισμού και σε δημόσια θέα από αντάρτες του ΕΛΛΑΣ στην Άνω Πλατεία, στον τοίχο της οικίας Δ. Τρόπιου. Γλίτωσαν το εκτελεστικό απόσπασμα χάρη σε παρεμβάσεις συγχωριανών μας που αναγνώριζαν τη δράση και το ήθος του, μεταξύ των οποίων ο Χ. Κυρτσίδης, πατέρας του Μπαχάρη, ο Ιορδάνης Αυγήτας, καθώς και ο Α. Καραγιαννίδης.
4) Στη γιαγιά μου, Ελένη Ηλιάδου, το γένος Τέντσιου και αργότερα Βογιατζή. Την περίοδο του Εμφυλίου, οι Αντάρτες – πλιατσικατζήδες, αφού πρώτα τους λήστεψαν, έκαψαν το πατρικό της σπίτι (το σημερηνό σπίτι του Σκορδά), καθώς και τα σπίτια όλων των Τεντσέων, επειδή δεν συνεργάζονταν με τους αντάρτες. Κατόπιν τούτων, η οικογένεια αναγκάστηκε να ζήσει ως «ανταρτόπλεκτη», όπως χαρακτηρίζονταν τότε όσοι υφίσταντο διώξεις. Μεταφερθήκαν στην Αγία Παρασκευή (Βαλτοχώρι), ενώ όλα τα άλλα μέλη της οικογένειας της εκτοπίστηκαν βιαίως στο Ασένοβγκραντ της Βουλγαρίας.
5) Η γιαγιά μου, Μαρία Μπάνιου, το γένος Παύλου, έδωσε τον δικό της αθόρυβο, καθημερινό αγώνα. Ενώ ο παππούς βρισκόταν στο Οχυρό Μαλιάγγα πολεμόντας τους Γερμανούς, ή στον αγώνα της αντίστασης σαν σύνδεσμος, και αργότερα 2 χρόνια στην φυλακή, εκείνη πάλευε να κρατήσει στη ζωή έξι παιδιά μέσα στην πείνα και τη φτώχεια της εποχής. Ο δικός της αγώνας δεν είχε όπλα, είχε άδειο τραπέζι, κρύο χειμώνα και μάτια παιδιών που ζητούσαν ψωμί.
Αδέλφια της τιμήθηκαν για τη συμμετοχή τους στους Βαλκανικούς Πολέμους με τον Χρυσό Σταυρό Ανδρείας. Η οικογένειά της ήταν μαθημένη στους αγώνες και στις θυσίες για την πατρίδα ήδη από παλαιότερα.
Όταν οι αντάρτες πληροφορήθηκαν για τη δράση του παππού, ένα βράδυ της πήραν τη μοναδική αγελάδα που είχε απομείνει στον Σταύλο, το μόνο μέσο για να πίνουν έστω λίγο γάλα τα παιδιά της. Την πείρε λοιπόν ο Αντάρτης Τσάμπρας την έσφαξε στην πλατεία και έστησαν γλέντι. Ίσως είχαν πια όλοι τους ξεχάσει το γιατί κάποτε βγήκαν στα βουνά.
Την περίοδο που ο παππούς βρισκόταν φυλακισμένος, όλα τα μέλη της οικογένειάς της εκτοπίστηκαν, με την απειλή όπλων και διά της βίας, στην πόλη Πέστερα της Βουλγαρίας. Τα αδέλφια της αρνήθηκαν να λάβουν βουλγαρική υπηκοότητα. Και μέχρι σήμερα, σε βαθιά γεράματα, ζουν χωρίς σύνταξη, χωρίς ταυτότητα, χωρίς ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Παράδειγμα ο Κώστας Παύλου.
Αρνήθηκαν όχι από πείσμα αλλά από επιλογή.
Γιατί θέλησαν — και θέλουν — να φύγουν από τη ζωή όπως γεννήθηκαν στη συνείδησή τους: Έλληνες.
Κι εγώ
που γεννήθηκα, μεγάλωσα και έπαιξα πάνω σε αυτό το ιερό χώμα της Μικρόπολης.
Γνωρίζω πως σήμερα δεν περπατώ μόνο πάνω σε αυτή τη γη,
αλλά πατώ και πάνω στις θυσίες, τον πόνο και τον αγώνα των προγόνων μας
που τη
διαφύλαξαν.
Η μνήμη τους για μένα
είναι τιμή, χρέος και ευθύνη.
«Αυτά τα λίγα λόγια και για σένα, αγράμματε και ανιστόρητε
“Ελληναρά” της Κάτω Συνοικίας.
Η
πατρίδα δεν είναι κραυγή ούτε
παράσημο στο στόμα σου. Είναι αίμα, πείνα και
φωτιά
αλλά
και πόνος.
Και
μήν τολμήσεις να την επικαλεστείς ξανά.
..»
Ευχαριστώ απο καρδιάς
Γιάννης Μπάνιος