Γκαγκαούζοι η παρουσία τους ιστορικά έχει εντοπισθεί και στην περιοχή του Καζά Ζίχνης

Αρχαίο Θρακικό Φύλο οι οποίοι θεωρούνται λόγω της πολύχρονης παρουσία τους στην περιοχή ως Ντόπιοι.Οι Γκαγκαούζοι είναι τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί, προερχόμενοι από την Χερσόνησο του Αίμου (Βαλκανική Χερσόνησο). Η παρουσία τους ιστορικά έχει εντοπισθεί σε τρεις περιοχές: α) Δοβρουτσά β) Θράκη (περιοχή Αδριανούπολης) και γ) στην Μακεδονία (περιοχή της Ν. Ζίχνης). Από την Δοβρουτσά το μεγαλύτερο μέρος τους μετανάστευσε κατά τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα στην περιοχή της σημερινής νότιας Μολδαβίας και νοτιοδυτικής Ουκρανίας. Από την περιοχή της Αδριανούπολης όλοι σχεδόν μετανάστευσαν το 1923 στην Ελλάδα, κυρίως στην βόρεια πλευρά του Νομού Έβρου. Τέλος, οι Γκαγκαούζοι της Ν. Ζίχνης και γύρο απο αυτήν δεν έχουν υποστεί καμία σημαντική μετανάστευση.

Προέλευση

Οι Γκαγκαούζοι (Γκαγκαούζ: Gagauzlar) είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί στη Βαλκανική Χερσόνησο. Μιλούν τη βαλκανική διάλεκτο της τουρκικής γλώσσας. Ο συνολικός αριθμός των Γκαγκαούζων είναι περίπου 250 χιλιάδες άτομα. Το μεγαλύτερο μέρος τους ζει στη Μολδαβία. Στη Μολδαβία υπάρχει αυτόνομη περιοχή της Γκαγκαουζίας. Οι πρόγονοι των Γκαγκαούζων ήταν τουρκόφωνοι λαοί, από την πληθυσμιακή δεξαμενή των νομαδικών φυλών (Ογούζων, Πετσενέγκων, Κουμάνων). Απόγονοι Βουλγάρων οι οποίοι υιοθέτησαν την τουρκική γλώσσα κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Απόγονοι των Τουρκοβουλγάρων που μετανάστευσαν τον 7ο αιώνα από τις όχθες του Βόλγα στα Βαλκάνια και ασπάστηκαν τον χριστιανισμό τον 9ο αιώνα. Απόγονοι ντόπιων Βαλκανικών λαών (θρακικών φύλων) της Δοβρουτσάς, οι οποίοι υιοθέτησαν την τουρκική γλώσσα κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Γκαγκαούζοι είναι χριστιανοί της Βαλκανικής χερσονήσου (κυρίως Έλληνες και Βούλγαροι), που τουρκοφώνισαν κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Θεωρητικά η άποψη αυτή δεν μπορεί να αποδειχθεί. Εντούτοις όμως, εάν κάποιος παρατηρήσει καλά την γεωγραφική κατανομή των τουρκικών εγκαταστάσεων στα Βαλκάνια κατά την προ του 20ου αιώνα περίοδο (και ειδικά στην περιοχή της Δοβρουτσάς), θα δει ότι είναι πολύ πιθανό ντόπιοι πληθυσμοί να εγκατέλειψαν την γλώσσα τους και να οικειοποιήθηκαν την γλώσσα της μεγάλης μάζας των Τούρκων εποίκων που ζούσε γύρω τους. Την θεωρία αυτή συναντάμε σε όλες τις πληθυσμιακές ομάδες των Γκαγκαούζων με το γνωστό «στους Τούρκους δεν δώσαμε την θρησκεία μας, δώσαμε όμως την γλώσσα μας».

Γενετική έρευνα

Οι Γκαγκαούζοι ανήκουν σε απλοομάδες Υ-DNA: I2 (23,6%), R1a (19,1%), G (13,5%), R1b (12,4%), E1b1b1a (11,1%), J2 (5,6%) και Ν (2,2%). Η φυλογενετική ανάλυση του Υ-DNA δείχνει τη μεγαλύτερη συγγένεια του λαού Γκαγκαούζοι με τους Βούλγαρους, τους Σέρβους και άλλους λαούς των Βαλκανίων. Από συγκριτικές γενετικές έρευνες βρέθηκε ότι οι Γκαγκαούζοι είναι περισσότερο συγγενείς με τα γειτονικές εθνικές ομάδες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης απ’ ό,τι με τις γλωσσικά συναφείς ομάδες της Ανατολίας. Σημαντικότερες διαφορες εντοπίζονται στις κατανομές ενοτήτων του Υ χρωμοσώματος μεταξύ των Γκαγκαούζων και άλλων τουρκόφωνων πληθυσμών. Η ομοιότητα με τους γειτονικούς πληθυσμούς μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη κοινωνικών φραγμών μεταξύ των εντόπιων και των Τουρκοχριστιανών Ορθοδόξων των Βαλκανίων. Άλλη πιθανότητα είναι η γλωσσική μετατόπιση σύμφωνα με το μοντέλο της «κυρίαρχης ελίτ», δηλαδή ότι προέρχονται από εκτουρκισμό. Λόγω του γεγονότος ότι μέχρι τον 19ο αιώνα δεν βρέθηκαν έγγραφα όπου αναφέρθηκε το όνομα του λαού Γκαγκαούζοι, η ιστορία του Γκαγκαούζοι εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των ιστορικών.

Γκαγκαούζοι της Βουλγαρίας

Οι περισσότεροι από τους Γκαγκαούζους της Δοβρουτσάς δρομολόγησαν την ίδια πορεία με αυτούς της Θράκης και της Μακεδονίας, δηλαδή από την Ρωμιοσύνη στον σύγχρονο Ελληνισμό. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από το φιρμάνι του 1870 για την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας, το οποίο εξαιρεί τα περισσότερα από τα γκαγκαούζικα χωριά της περιοχής. Τα χωριά αυτά, μέσω της Μητροπόλεως Βάρνας, υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και είχαν ελληνικά σχολεία και εκκλησίες μέχρι τα γνωστά γεγονότα του 1906. Την περίοδο εκείνη, το βουλγαρικό κράτος διέκοψε με την βία οποιαδήποτε σχέση των Γκαγκαούζων με τον Ελληνισμό και το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Στην Βουλγαρία σήμερα αυτοπροσδιορίζονται εθνικά, κυρίως, ως Βούλγαροι και ζουν σε 10-15 από τα χωριά αυτά της Δοβρουτσάς, στην περιοχή της Βάρνας. Επίσης λίγοι κατοικούν σε πόλεις της Ανατολικής Ρωμυλίας (Ν.Α. Βουλγαρία), και ειδικά στην Ιάμπολη, προερχόμενοι από τα χωριά της Αδριανούπολης, από τα οποία προέρχονται και οι Γκαγκαούζοι  της Ελλάδος.

Γκαγκαούζοι της Ελλάδας

Οι επιδρομές των Οθωμανών και αργότερα των Κιρκάσιων συνεχίστηκαν με μοναδικό σκοπό να τους αλλάξουν τη θρησκευτική πίστη. Η αντίσταση των Γκαγκαούζηδων περιγράφεται στο «Αι εν τη κωμοπόλει Καβάρνη και τοις πέριξ ελληνικοίς χωρίοις υπό των Κιρκασίων σφαγαί», έπος που γράφτηκε από τον Δ.Κ. Κραχτόγλου το 1878. Αργότερα συμμετείχαν στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους στο πλευρό των Ρώσων. Για το λόγο αυτό κυνηγήθηκαν από τους Οθωμανούς και διασκορπίστηκαν στη Βουλγαρία (Πάζαρτζικ, Γιάμπολ) και στην Ανατολική Θράκη, στην περιοχή Χάψας-Αδριανούπολη, όπου εγκαταστάθηκαν σε 15 χωριά. Ο μεγαλύτερος πληθυσμός των Γκαγκαούζηδων εγκαταστάθηκε στη Βεσσαραβία, στην σημερινή Νότια Μολδαβία. Κατά την απελευθέρωση της Ανατολικής Θράκης από τον ελληνικό στρατό το 1919 συγκρότησαν το πρώτο σύνταγμα του ελληνικού στρατού με 700 άνδρες και σύμφωνα με τον Γενικό Διοικητή της Θράκης Γεραγά διακρίθηκαν για την ανδρεία τους. Με τη συνθήκη της Λωζάνης θεωρήθηκαν από τους Τούρκους ανταλλάξιμοι και υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να εγκατασταθούν στην επαρχία Ορεστιάδας και Διδυμότειχου σε 21 χωριά. Ο κύριος όγκος τους είναι εγκαταστημένος στα χωριά: Οινόη, Σαγήνη, Κλεισώ, Αμμόβουνο, Θούριο, Λεπτή, Κέραμος, Καναδάς, κλπ. Στην Ελλάδα οι Γκαγκαούζοι ζουν κυρίως στον Νομό Έβρου, σε 20 περίπου χωριά της περιοχής του Δήμου Νέας Ορεστιάδας και της περιοχής του «Τριγώνου». Επίσης θα τους συναντήσουμε και σε άλλες περιοχές της Βόρειας Ελλάδας όπως για παράδειγμα στον Νομό Σερρών, στην περιοχή του Δήμου Νέας Ζίχνης  και ορισμένων χωριών γύρω από αυτήν, καθώς και στο χωριό Χρυσοχώραφα του ίδιου νομού. Η προέλευση όλων σχεδόν των Γκαγκαούζων της Ελλάδος είναι από 10-15 χωριά της Ανατολικής Θράκης (περιοχή Αδριανούπολης ), από όπου οι κάτοικοι των περιοχών αυτών μετακινήθηκαν στην Ελλάδα με την Συνθήκη της Λωζάννης το 1923. Όλοι σχεδόν οι Γκαγκαούζοι που έμειναν στα Βαλκάνια και δεν μετοίκισαν βορείως του Δούναβη ακολούθησαν συνειδητά την διαδικασία μετάβασης από την Ρωμιοσύνη στον σύγχρονο Ελληνισμό, συμμετέχοντας ενεργά σε όλους τους αγώνες που διαμόρφωσαν τις παραμέτρους του νεοελλαδικού κράτους. Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι Γκαγκαούζοι της Δοβρουτσάς το 1860 αρνήθηκαν να ενταχθούν στην Βουλγαρική Εξαρχία μένοντας πιστοί στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ενώ κατά την περίοδο 1860-1906 αγωνίσθηκαν με πάθος για την διατήρηση των ελληνικών σχολείων και των εκκλησιών στις κοινότητές τους. Μετά τα γνωστά γεγονότα του 1906 και τις επί μακρόν πιέσεις από τους Βούλγαρους, όσοι δεν ήλθαν ως πρόσφυγες στην Ελλάδα μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες, αναγκάσθηκαν -φαινομενικά τουλάχιστον- να ταυτισθούν με τον βουλγαρισμό.  Ως Ρωμιοί οι Γκαγκαούζοι της Θράκης και της Μακεδονίας ακολούθησαν την πορεία εξέλιξης από το γένος (μιλλέτι) των Ρωμιών στον σύγχρονο Ελληνισμό, με δεδομένη την ελληνική εθνική συνείδηση. Εξαίρεση αποτελούν αυτοί της περιοχής Νέας Ζίχνης, οι οποίοι θεωρούνται - λόγω της πολύχρονης παρουσία τους - ντόπιοι.

Τουρκόφωνοι ορθόδοξοι χριστιανοί στη Μικρόπολη και το ζήτημα της ταύτισής τους με τους Γκαγκαούζους

(Τεκμηρίωση από οθωμανικές, πατριαρχικές και ελληνικές πηγές)

Κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, στον χώρο της ανατολικής Μακεδονίας και ειδικότερα στην περιοχή της Μικρόπολης (Καρλίκοβας), καταγράφεται η παρουσία τουρκόφωνων ορθόδοξων χριστιανικών πληθυσμών, οι οποίοι υπάγονταν εκκλησιαστικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Η τουρκοφωνία των πληθυσμών αυτών αποτελεί φαινόμενο ευρύτερα διαδεδομένο στον οθωμανικό χώρο και δεν συνιστά κριτήριο εθνοτικής διαφοροποίησης. Στα οθωμανικά φορολογικά κατάστιχα (tahrir defterleri) και στα μεταγενέστερα διοικητικά έγγραφα, οι κάτοικοι της περιοχής καταγράφονται κυρίως με βάση το θρήσκευμα (μουσουλμάνοι – ραγιάδες) και όχι τη γλώσσα ή την εθνική συνείδηση. Η χρήση της τουρκικής γλώσσας από χριστιανικούς πληθυσμούς συνδέεται με τη διοικητική πρακτική της αυτοκρατορίας, τη μακρόχρονη κοινωνική συνύπαρξη και τη λειτουργία της τουρκικής ως lingua franca, χωρίς να συνεπάγεται αποκοπή από την ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση. Παράλληλα, πατριαρχικά αρχεία, μητροπολιτικοί κώδικες και αλληλογραφία των μητροπόλεων Δράμας και Φιλίππων επιβεβαιώνουν ότι οι τουρκόφωνοι χριστιανοί της περιοχής παρέμεναν ενταγμένοι στο πατριαρχικό δίκτυο, συμμετείχαν στη λειτουργία των ελληνικών σχολείων και θεωρούνταν μέλη του πατριαρχικού ποιμνίου. Ιδιαίτερα κατά τον ύστερο 19ο αιώνα, οι πηγές αυτές τονίζουν τη σημασία της εκπαίδευσης και της εκκλησιαστικής παρουσίας ως παραγόντων διατήρησης της ελληνικής συνείδησης, ανεξαρτήτως γλωσσικής χρήσης.  Οι ελληνικές προξενικές εκθέσεις των Σερρών, της Δράμας και της Καβάλας, ιδίως κατά την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα, διακρίνουν σαφώς τους πατριαρχικούς πληθυσμούς από τους εξαρχικούς, χωρίς να γίνεται αναφορά σε παρουσία Γκαγκαούζων στη Μακεδονία. Αντιθέτως, οι αναφορές σε τουρκόφωνους χριστιανούς συνοδεύονται από σαφή χαρακτηρισμό της εκκλησιαστικής τους υπαγωγής και της εθνικής τους τοποθέτησης υπέρ του ελληνικού στοιχείου. Στο πλαίσιο της τοπικής προφορικής παράδοσης και της λαϊκής ιστοριογραφίας, παρατηρείται συχνά η λανθασμένη ταύτιση των τουρκόφωνων ορθοδόξων χριστιανών με τους Γκαγκαούζους. Ωστόσο, οι Γκαγκαούζοι αποτελούν ιστορικά και γεωγραφικά διακριτή πληθυσμιακή ομάδα, με κύριες περιοχές εγκατάστασης τη Δοβρουτσά και, από τον 19ο αιώνα, τη νότια Βεσσαραβία. Η παρουσία τους στον μακεδονικό χώρο δεν επιβεβαιώνεται από οθωμανικές, πατριαρχικές ή ελληνικές διοικητικές πηγές. Συνεπώς, για την περιοχή της Μικρόπολης, η επιστημονική έρευνα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι αναφορές σε «Γκαγκαούζους» αφορούν πιθανότατα τουρκόφωνους πατριαρχικούς χριστιανούς, των οποίων η γλωσσική ιδιαιτερότητα δεν αναιρεί την εκκλησιαστική, πολιτισμική και, κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο, εθνική τους ένταξη στον ελληνικό χώρο. Η διάκριση ανάμεσα στη γλώσσα, το θρήσκευμα και την εθνοτική ταυτότητα είναι καθοριστική για την ορθή ερμηνεία της ιστορίας της Μικρόπολης και συμβάλλει στην αποφυγή απλουστευτικών ή αναχρονιστικών προσεγγίσεων.